Saturday, April 19, 2014

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Γεννήθηκα στα προσφυγικά που έκτισε ο Βενιζέλος, στις δύο πλευρές της Ιεράς Οδού που ακολουθούσε η πομπή των Παναθηναίων, για να καταλήξει στον Παρθενώνα. Πέρα από το ποτάμι, δίπλα στο Μπαρουτάδικο.
Εκεί κατέληξε το νεαρό ζευγάρι από την Σμύρνη, μετά από περιπέτειες που θα ήθελε να είχε γράψει, η Διδώ Σωτηρίου. Οι γονείς της μάνας μου.

Πρόσφυγας ήταν και ο πατέρας του πατέρα μου, οικονομικός αυτός. Η φτώχεια τον έστειλε μικρό, στη γέφυρα του Πουλόπουλου, από τα Θερμιά.
Ετσι εγώ χωριό δεν γνώρισα. Μεγάλωσα κι αγάπησα αυτή την μεγάλη πόλη και την βοή της.

Για αρκετά χρόνια, πιτσιρικάς του Δημοτικού, οι γονείς μου με έστελναν για Πασχαλινές διακοπές, στην “εξωτική” Ηλιούπολη, του τέλους της δεκαετίας του εξήντα. Στο σπίτι που έμενε η γιαγιά μου με τις αδελφές του πατέρα μου. Κι ο θειός μου, ο λεβεντάθρωπος από την Αμαλιάδα, με το μουστάκι αλά Παπαδόπουλου που είμαι σίγουρος ότι το είχε για να τιμήσει τον δικτάκτορα, αν και δεν το παραδέχτηκε ποτέ. Ηταν βλέπετε υπαξιωματικός στη Αεροπορία.

Από το Σάββατο του Λαζάρου κι όλη την Μεγαλοβδομάδα, ζούσα όλο το τελετουργικό που απαιτούν αυτές οι ημέρες. Συνήθειες παλιές, μπολιασμένες με τον αστικό τρόπο ζωής, εκείνης της εποχής.
Νηστεία και κάθε απόγευμα να παίζουν και τα δύο κανάλια την λειτουργία της ημέρας.
Μεγάλη Τετάρτη, ο νονός να κλείνει νωρίς το βιβλιοδετείο στη Πλάκα, για να πάμε παρέα στου Μούγερ, για παπούτσια. Και σοκολατένιο κόκορα και λαμπάδα που τότε δεν είχε κρεμασμένα χελονονιτζάκια, ούτε πόκεμον.

Μεγάλη Πεμπτη και το σπίτι γέμιζε θεσπέσιες μυρωδιές, από τα κουλουράκια και τα τσουρέκια που ψήνονταν. Ωρες καθόμουν και κολλούσα χαλκομανίες νερού στα κόκκινα αυγά και προσπαθούσα να διαλέξω το πιο γερό, αυτό που θα έσπαγε όλα τ΄άλλα.
Την επομένη έπρεπε να μου εξηγήσουν για μια ακόμη φορά ότι στο Επιτάφιο δεν ανάβουμε την λευκή λαμπάδα αλλά την άλλη την πένθιμη, αν και το ήξερα πια. Και δεκαετίες μετά, στη Κέρκυρα κατάλαβα γιατί από τότε με είχε γοητεύσει ο ομορφότερος ύμνος. Ω γλυκύ μου Εαρ.
Το Σάββατο νωρίς το απόγευμα ο θειός ετοίμαζε το αρνί και το κοκορέτσι. Αρνί που είχε έρθει από το χωριό πεσκέσι. Χάζευα με πόση μαεστρία πέρναγε την σούβλα και το έδενε, αλατοπιπερώνοντας συνέχεια. Και πως το έβαζε όρθιο, ανάποδα για να στραγγίξει.
Χρόνια μετά, θυμόμουν το πως και σούβλισα και εγώ, το παιδί της πόλης, στη Μάνη, τον οβελία της οικογένειας.
Το βράδυ στο περίβολο της εκκλησίας, η λαμπάδα επιτέλους άναβε, φωτίζοντας τα πρόσωπα. Και ο κήπος της γιαγιάς γέμιζε μυρωδιές από γιασεμί και πασχαλιές. Και ο ακάλυπτος χώρος πίσω από το σπίτι, εκεί που όλη η γειτονιά, από το ξημέρωμα έσκαβε ρηχούς λάκους και άναβε κληματόβεργες, γέμιζε παπαρούνες. Η Περσεφόνη για μια ακόμα φορά, είχε βγει στου Κόσμου το μπαλκόνι.

Μεγαλώνοντας, έπαψα να πηγαίνω στην Ηλιούπολη. Δεν ήμουν πια το μοναδικό παιδί της οικογένειας, δεν ήμουν πια ο Πρίγκηπας. Αρχησα τότε, να ζηλεύω όλους αυτούς που έφευγαν για να κάνουν Πάσχα στο Χωριό. Αρχησε να πλέκεται ένας μύθος στο μυαλό μου που διαλύθηκε πανηγυρικά όταν παντρεύτηκα και απέκτησα κι εγώ χωριό.
Γιατί όλα εκεί έμοιαζαν, μα τίποτα δεν ήταν το ίδιο πια. Παλιά σπίτια βιασμένα από μπετόν και αλουμίνια . Ο ύμνος που λάτρεψε αφόρητα φάλτσος και κλαρίνα με έκο που θα ζήλευε το Γκραντ Κάνιον δίπλα σε σούβλες που τις γύριζαν ηλεκτρικά μοτεράκια. “Αθηναίοι”, επαρχιώτες στην Ομόνοια. Ακόμα και ο μικρός κήπος της γιαγιάς μου, έμοιαζε τεράστιος εκεί.

Τωρά πια ξέρω. Μπορεί ο ακάλυπτος στην Ηλιούπολη να κτίστηκε, όπως και κάθε άλλος ελεύθερος χώρος στη γειτονιά μου και το αρνί να μπαίνει στο φούρνο, πια. Μπορεί λίγοι από τους απογόνους των Μικρασιατών, να μένουν πια εδώ και ο Μούγερ να έχει κλείσει. Μπορεί αυτή την εποχή ο Γολγοθάς, για τους περισσότερους, να μην έχει τελειωμό και η Ανάσταση να αργεί. Ενα όμως είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα έρθει και θα είναι πρώτα, Ανάσταση ψυχής. Δεν γίνεται διαφορετικά.

Καλή Ανάσταση αδέλφια.

Wednesday, June 05, 2013

ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΤΗΣ ΜΑΤΙΑ - ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΧΑΖΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Την γνώρισε στο Dada, τότε που όπως και η Πλατεία προσπαθούσε να ενηλικιωθεί και να κερδίσει την ανεξαρτησία του. Ηρθε και στάθηκε πλάι του, στην άκρη της μπάρας. Ισως γιατί δεν υπήρχε πουθενά αλλού χώρος, ίσως πάλι όχι. Αυθόρμητα είπε μεγαλόφωνα την ατάκα του ταλαίπωρου Ρωμαίου λεγεωνάριου από τον Αστερίξ «Καταταχτείτε μας έλεγαν. Καταταχθείτε» την στιγμή που έτσι στριμωγμένη προσπαθούσε να πιεί μια γουλιά από το ποτό της. Πνίγηκε από τα γέλια και η γουλιά κατέληξε επάνω του. Τότε για πρώτη φορά είδε τα γαλάζια της μάτια να χαμογελάνε, λαμπυρίζοντας. Ηξερε εκείνη την στιγμή ότι αυτή η ματιά θα τον σημαδεύσει για πάντα. Αγάπησε αυτόματα το χλωμό της δέρμα, τα ξανθιά κοντά μαλλιά της, το φουλάρι στο καρπό της, το στενό ξεπλυμένο τζιν και το αμάνικο μπλουζάκι της. Με το ζόρι συγκρατήθηκε να μη σκύψει να σκουπίσει με τα χείλη του, τα χείλη της από το ποτό.
Τελείωνε τον επόμενο χρόνο την Παιδαγωγική ενώ αυτός σε δύο εβδομάδες έφευγε για Πάτρα, φοιτητής πια.

Την ξανασυνάντησε λίγες ημέρες μετά στο ίδιο μέρος. Καιγόταν για ένα σημάδι της ότι δεν ήταν μια τυχαία συνάντηση στο μπαρ. Δεν το είδε ή δεν το κατάλαβε. Κατάφερε όμως και της έδωσε, την διεύθυνση του στη Πάτρα.
Όταν την είδε να έρχεται από μακριά, στη Πλαζ, στη Πάτρα, δεν πίστευε στα μάτια του. Προσπαθούσε να καταλάβει τι και πως, μέχρι να φτάσει κοντά του. Όταν όμως είδε πάλι τα γαλάζια μάτια της να λαμπυρίζουν ένιωσε πως τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Ηταν εκεί.
Από το δωμάτιο βγήκαν αργά το απόγευμα της επομένης ημέρας, εξουθενωμένοι. Για ένα εικοσιτετράωρο ήταν η Δασκάλα του στο πιο γλυκό μάθημα που είχε ποτέ.

Από τότε η ζωή του μοιραζόταν σε Πάτρα και εκείνη την γκαρσονιέρα στη Βαλτετσίου, κοντά στη Πλατεία που λίγο λίγο αγρίευε. Κι εκείνη ταξίδευε συχνά στη Πάτρα για να τον συναντήσει. Πάντα απροειδοποίητα. Δεν του έκανε εντύπωση λοιπόν όταν την είδε να κάθεται στο κρεβάτι όταν γύρισε δύο χρόνια σχεδόν μετά, αργά από την σχολή. Κρατούσε όμως ένα ροζ χαρτάκι και το έπαιζε νευρικά στα δάχτυλά της. Ενιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Το ήξερε αυτό το χαρτάκι. Εγραφε «Κάθε φορά που θα λείπεις από το σπίτι θα χάνεις κάτι». Του το είχε ρίξει κάτω από την πόρτα, η Ειρήνη από την μεγάλη εκδρομή της Σχολής στη κεντρική Ευρώπη. Το είχε κρατήσει βλακωδώς, τρόπαιο, στο συρτάρι του κομοδίνου του. Προσπάθησε να της εξηγήσει. Δεν είχε καμιά σημασία για αυτόν. Μια ανόητη περιπέτεια. Εφταιγε το ποτό, η εκδρομή, το γεμάτο φεγγάρι. Βλακείες που λένε σ΄ αυτές τις περιπτώσεις οι άνδρες.

Δεν αντέδρασε καθόλου. Του ζήτησε μάλιστα συγγνώμη που άνοιξε το συρτάρι, ψάχνοντας για ένα στυλό. Στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, κατάλαβε γιατί. Γυρίζοντας από τις διακοπές στο χωριό της προσπάθησε, ματαία, να βρει τη λάμψη στα γαλάζια της μάτια που έχασε εκείνη την βραδιά. Προσπάθησε με νάζι να την πειράξει, ρωτώντας την αν είχε γνωρίσει κάποιον στις διακοπές. Την άκουσε να λέει «ναι αλλά δεν σήμαινε τίποτα. Μια ανόητη περιπέτεια. Εφταιγε το ποτό και το Αυγουστιάτικο φεγγάρι».

Εφυγε χωρίς να πει λέξη. Ένιωθε ότι τον πλήρωνε με το ίδιο νόμισμα αλλά δεν ήταν σίγουρος. Ποτέ δεν ήταν με αυτή τη γυναίκα.

Τελείωνε η αναβολή του και μαζί τα χρόνια του κρασιού και των ρόδων. Καθημερινά σχεδόν τριγύριζε στα στέκια της Πλατείας που όπως κι αυτός, είχε χάσει πια την αθωότητα της. Την συνάντησε στο Dada πάλι. Μόνο που αυτή την φορά ήταν σχεδόν μόνοι στη μεγάλη μπάρα. Ξημέρωνε όταν μπήκε για τελευταία φορά στη γκαρσονιέρα της Βαλτετσίου.
Ηρθε και στο πρώτο επισκεπτήριο στη Τρίπολη. Τα γαλάζια της μάτια ήταν θλιμμένα, όσο κι αν ήθελε να το κρύψει. Πενθούσαν το έρωτα που έσβηνε, την πρώτη νιότη που έφευγε.

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια. Δεν ρώταγε κοινούς γνωστούς να μάθει νέα της. Μάτωνε. Είχε προχωρήσει πια. Ετοιμαζόταν να παντρευτεί. Πίστευε ότι δεν θα τα ξαναδεί να λαμπυρίζουν και να χαμογελάνε, σχεδόν είχε ξεχάσει την αίσθηση.

Είχε ανέβει το πρώτο σκαλί στο λεωφορείο όταν άκουσε το όνομά του και γύρισε. Ηταν εκεί μπροστά του και αυτή τη φορά γελούσαν και ήταν πιο φωτεινά από κάθε άλλη φορά. Για δευτερόλεπτα έμεινε εκεί αμήχανος, όπως στην παραλία που την είχε δει να έρχεται, απροειδοποίητα για άλλη μια φορά. Ψέλλισε «τι κάνεις;» και έκανε μια αδιόρατη κίνηση να κατέβει. Την ίδια στιγμή τον ακούμπησε στον ώμο η αρραβωνιαστικιά του και ένιωσε μια αλυσίδα που είχε στην άκρη της μια τεράστια σιδερένια μπάλα, να τεντώνεται. Εμεινε εκεί, στο πρώτο σκαλί, να την κοιτάει ίσια στα γαλάζια μάτια της, ακόμα κι όταν έκλεισε μπροστά του, η πόρτα και το λεωφορείο άρχισε να κινείται. Σ’ αγαπώ. Για πάντα, είπε άφωνα ενώ εκείνη ακολουθείσαι το κινούμενο λεωφορείο για μερικά μέτρα, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Το είδε; το κατάλαβε; δεν έμαθε ποτέ.

Όταν χώρισε έμοιαζε να είχε βγει από μια τεράστια φάκα. Προσπάθησε να βρει το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει κάποια στιγμή. Αδικος κόπος. Το Dada είχε καεί εδώ και καιρό και η Πλατεία του έμοιαζε άγνωστη. Αρχισε να ρωτάει για εκείνη. Ναι είχε παντρευτεί ένα Γερμανό απ’ αυτούς που έρχονται για διακοπές και μένουν για πάντα. Είχε ζήσει μόνη της δύο χρόνια στην Αργεντινή. Είχε δύο κόρες και ήταν υπερπροστατευτική, ποιος θα τα έλεγε αυτό για ‘κείνη.

-Και όχι ρε δεν θέλει να πιείτε καφέ
-Γιατί ρε, δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Τι φοβάται;
-Δεν φοβάται εσένα, τον εαυτό της φοβάται.

Friday, May 31, 2013

ΤΑ ΜΑΓΝΗΤΑΚΙΑ ΣΤΟ ΨΥΓΕΙΟ

Η θεία μου, ακόμα διηγείται πως ο εισπράκτορας του λεωφορείου για Σκαραμαγκά, επέμενε να πληρώσω εισιτήριο, γιατί, τότε μπόμπιρας ούτε τεσσάρων, είχα στα πόδια μου ανοιχτό το Μίκυ Μάους. Ημουν τόσο απορροφημένος που υπέθεσε, δίκαια ότι διάβαζα. Ασχετα, αν εγώ το είχα μάθει απέξω, μια που μόλις κυκλοφορούσε, Παρασκευή αν δεν κάνω λάθος, φορτωνόμουν σε κάθε συγγενή για να μου το διαβάσει. Και ήταν αρκετοί στο δίπατο σπίτι μας. Μάλιστα είχα έτοιμη την ατάκα αν αντιμετώπιζα άρνηση, με την δικαιολογία:

-Μα δεν στο διάβασε ο πατέρας σου;
-Ας τον αυτόν. Εσύ μου το διαβάζεις καλύτερα.

Εφημερίδα και περιοδικά δεν έλειπαν ποτέ από το σπίτι, η τηλεόραση δεν είχε ακόμα υπερισχύσει ολοκληρωτικά. Ετσι από τα παιδικά κόμικς, η μετάβαση σ΄ αυτά, έγινε σχετικά γρήγορα. Εφηβος πια, μια από τις μικρές απολαύσεις μου, ήταν να αγοράζω εφημερίδα, μετά από το εφτάωρο στο Ζάννειο και να την ξεκοκαλίζω στα τρία τέταρτα και βάλε, της διαδρομής, μέχρι το σπίτι μου.
Η εφημερίδα ήταν το παράθυρό μου στο κόσμο. Κάθε στήλη έλεγε μια ιστορία. Και το πιο γοητευτικό ήταν ότι αυτές οι ιστορίες ήταν πραγματικές. Δεν αφορούσαν ανθρώπους που είχε πλάσει η φαντασία κάποιου συγγραφέα αλλά υπαρκτοί που μπορούσαν να ζουν σε μια μακρινή ήπειρο κι όμως έμοιαζε, να είναι δίπλα σου.

Αυτές τις ιστορίες, δεν μου έκανε καρδιά να τις πετάξω την επόμενη ημέρα. Κάποιες, τις άξιζε να ζήσουν παραπάνω απ’ ότι θα επέτρεπε ο διευθυντής της εφημερίδας. Εφτιαξα λοιπόν ένα τεράστιο ξύλινο πίνακα, ας πούμε ανακοινώσεων, με αφρολέξ που έντυσα με ένα κυπαρισσί βελούδο.
Εκεί βρήκαν θέση τα αγαπημένα μου αποκόμματα, από ηρωικές διασώσεις, απίστευτα συμβάντα, φωτογραφίες από παράξενα φωτεινά αντικείμενα στον ουρανό, γελοιογραφίες, ανδραγαθήματα του Χατζηπαναγή και του Σαραβάκου. Παρέα με εισιτήρια και αφισσέτες συναυλιών, κονκάρδες και στίχους τραγουδιών. Εκεί καρφίτσωσα το Σ’ ΑΓΑΠΩ και το ταξίδι στην Ιταλία. Εκεί και την ανεπανάληπτη φωτογραφία του οκτάχρονου γιου μας, σε κάθισμα βαθύ, να προσπαθεί να διαλέξει κόμιξ από το σταντ έξω από το βιβλιοπωλείο στην Αντίπαρο, Αύγουστο, λουσμένος στο φως.

Πως με κατάφερες και ο πίνακας πήγε στην αποθήκη; Τον άλλαξες με μια χούφτα μαγνητάκια στο ψυγείο που τώρα πια κρατούσαν λογαριασμούς που έπρεπε να πληρωθούν και την λίστα του σούπερ μάρκετ. Τα μίσησα αυτά τα μαγνητάκια κι ας τα είχες διαλέξει με άποψη και γούστο, ήταν το πρώτο που ξεφορτώθηκα όταν χωρίσαμε.

Τον πίνακα τον ξέθαψα αλλά δεν ήταν πια αυτός που ήξερα. Τώρα πια, έχω κι εγώ τον τοίχο μου στο facebook, εδώ και καιρό και ποστάρω ότι μου κινήσει το ενδιαφέρον στο χάος του διαδικτύου. Ευφάνταστα σχόλια και like. Γράφω και εφήμερες ατάκες στο twitter και γελάω με αυτές των άλλων.

Γιατί όμως παραπονιέμαι; Τον πίνακα τον έβλεπαν ελάχιστοι. Τώρα έχω ξεπεράσει τους εκατό «φίλους». Followers σε μια ζωή εικονική.
Μάλλον γι’ αυτό

Sunday, March 24, 2013

ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ


Η σχέση του με τον καθρέπτη του μπάνιου, άρχισε να χαλάει, από τότε που ανακάλυψε την πρώτη άσπρη τρίχα στον αριστερό του κρόταφο.  Μέχρι τότε, απολάμβανε κάθε στιγμή, μπροστά στο μεγάλο, φωτεινό καθρέπτη. Ηταν μια συνήθεια που είχε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Ότι ώρα και να σηκωνόταν από το κρεβάτι, πάντα έπρεπε να τον επισκεφθεί και να σταθεί μπροστά του, κοιτάζοντας τον αγέρωχα.

Του άρεσε αυτό που έβλεπε. Τον ναρκισσισμό, την ελευθερία, την αυθάδεια, την ομορφιά και την αλαζονεία της νιότης του. Ολα αυτά τα σκίασε  μια μικρή ασήμαντη γκρίζα τρίχα. Σιγά σιγά στο καθρέπτη έριχνε κλεφτές ματιές, μέχρι που τον ξέχασε τελείως, άλλη μια  μικρή αμαρτία που έπνιξε η καθημερινή ρουτίνα, όπως απειλούσε να τον πνίξει και τον ίδιο, χωρίς να το καταλάβει.

Την ασφυξία όμως, άρχισε να την νιώθει. Τώρα σηκωνόταν αρκετά πιο νωρίς απ’ ότι έπρεπε. Κλεινόταν στο μπάνιο και στεκόταν μπροστά στο καθρέπτη ώρα πολύ. Προσπαθούσε να δει, για μια ακόμα φορά το είδωλό του, εκείνο το ξεχασμένο. Αναμνήσεις του έδειχνε ο καθρέπτης, από μια άλλη ζωή που τώρα πια μετά βίας πίστευε ότι ήταν η δικιά του. Και κάθε τόσο τον πλήγωνε περισσότερο.

Σμηνίας σε κλιμάκιο στη Καλαμάτα. Φιλαράκι του έσκασε το παραμύθι ότι στη Διασπορά υπήρχε ντισκοτέκ, πίστα κανονική, με φώτα και έναν σμηνίτη που έκανε τον dj.

-Πάμε ρε, έχει και γκομενάκια, τις κόρες των γαλονάδων. Που νομίζεις ότι μπορούν να πάνε; Στην μέση του πουθενά είναι η Διασπορά. Πάμε ρε θα μας χώσει μέσα ο δικός μου.

Και πήγαν και αν δεν είχαν πάρει εκείνο το μπουκάλι την βότκα, θα είχε πεθάνει από την βαρεμάρα. Κυρίες με τα κόκκινα χείλη κλόουν και τα λαμέ φορέματα που νόμιζες ότι θα εκραγούν από τη πίεση, δίπλα στο πάτερ φαμίλια και τα βλαστάρια τους.

-Ρε τι δουλεία έχουμε εμείς εδώ; Του γρύλισε.

 Μέχρι που μείναμε μόνοι. Οι δυο τους, τα μικρά που χαχάνιζαν απέναντι και ο κακομοίρης πίσω από τα πικ απ που του είχαν τελειώσει οι επιτυχίες της εποχής και άρχισε να τις παίζει από την αρχή. Τότε το τόλμησε. Τον πλησίασε με ένα πλαστικό ποτήρι γεμάτο με βότκα και του φώναξε στο αυτί.

-Αδελφέ βάλε κάτι, οτιδήποτε, πνίγομαι.

Μυστική παραγγελιά και τα μεγάφωνα τ’ αναγγείλανε,  καθώς ξεχύθηκε με τις μπάντες το «Αστέρι της Λεωφόρου». Και βρέθηκε να φορά ξανά,  το φαρδύ άσπρο πουκάμισο και το ξεβαμμένο τζιν. Τα μαλλιά του γίνανε χαίτη λιονταριού, αόρατες κιθάρες και ντραμς, φώτα πολύχρωμα και για μια στιγμή βρέθηκε στη πίστα  της Victoria. Μόνο που ήταν μόνος. Χόρευε και τιναζόταν στον αέρα, Σαμάνος του μεγάλου Μανιτού. Σχεδόν ευχόταν να πεθάνει εκείνη την στιγμή, ολοκαύτωμα, παρά να ξεθωριάσει στο πέρασμα του χρόνου.

Και να τώρα μπροστά στο καθρέπτη του μπάνιου που τον χλεύαζε χειρότερα από κάθε φορά, γιατί ταίριαξε τελικά, αυτός ο αταίριαστος. Νομοταγής πολίτης, με γυναίκα και παιδί κι αφεντικό. Πολλά αφεντικά. Νοικοκυραίος.

Η γροθιά σηκώθηκε και προσγειώθηκε στο κέντρο του καθρέπτη. Μα αυτό που είδε, τον πόνεσε περισσότερο από το ματωμένο χέρι του. Ο καθρέπτης ράγισε σαν ιστός αράχνης και πολλαπλασίασε το είδωλό του.

Ανοιξε την εξώπορτα και έφυγε.

Wednesday, December 26, 2012

ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ ΣΕ ΓΥΑΛΙΝΟ ΘΟΛΟ



Στο πατρικό μου, το σαλόνι άνοιγε τις γιορτινές ημέρες, για να δεχτεί συγγενείς και φίλους. Τότε ήταν που δίπλωνε η τετράφυλλη πόρτα και ένωναν τα δύο δωμάτια, για να χωρέσει το τεράστιο τραπέζι που φτιαχνόταν, με άλλα δύο πτυσσόμενα.

Τραπέζι φορτωμένο με τα πιάτα της Μικρασίας, παρόμοιο με αυτά που είδα και δάκρυσα, χρόνια μετά, στη ταινία Πολίτικη Κουζίνα.
Εκεί στολίζαμε το Χριστουγεννιάτικο Δένδρο, μπροστά στο μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο.
Εκεί που τις Απόκριες το άδειαζαν από έπιπλα και σήκωναν το χαλί για να χορέψουν.

Ολο τον υπόλοιπο χρόνο, έμενε κλειστό και στολισμένο. Στη γωνία, ανάμεσα στη πολυθρόνα και το καναπέ, πάνω σε μια ροτόντα, με μαρκετερί στο καπάκι που είχε φτιάξει ο πατέρας μου, σε στιγμές καλλιτεχνικού οίστρου, βρισκόταν το πιο αγαπημένο αντικείμενο των παιδικών μου χρόνων. 
Ενας μικρός, μακρόστενος, γυάλινος θόλος, με μια χρυσή μεταλλική βάση. Στο κέντρο υπήρχε ένα ρολόι και δίπλα του, στεκόταν στις μύτες των ποδιών της, μια μικρούλα μπαλαρίνα, ντυμένη με άσπρη, φουσκωτή, μακριά φούστα, με χρυσοκέντητα αστέρια. Το υπόλοιπο κορμί της γυμνό. Μόνο οι δύο τιράντες που συγκρατούσαν τη φούστα, κάλυπταν το μικροσκοπικός της στήθος.
Κάθε φορά που το ρολόι λειτουργούσε σαν ξυπνητήρι, η μουσική από κάποιοι Βιεννέζικο βαλς, ακουγόταν και η μπαλαρίνα ξεκινούσε την παράστασή της. Στροβιλιζόταν στο ρυθμό, άλλοτε αργά και άλλοτε πιο γρήγορα και αναπηδούσε με τρόπο που τα ίσια λεπτά της πόδια κάνανε ψαλιδάκια. Και προς το τέλος του χορού, σ’ ένα κρεσέντο, με μια απότομη στροφή, σου χάριζε ένα εναέριο σπαγκάτο. Ωρες ατελείωτες, πιτσιρικάς, καθόμουν και χάζευα την μπαλαρίνα να χορεύει και δεν τολμούσα να το αγγίξω με το φόβο μη το σπάσω. Τόσο εύθραυστο μου φαινόταν.

Αυτό το κομψοτέχνημα, γαμήλιο δώρο προς τους γονείς μου, από μια πλούσια θεία της μάνας μου, έμοιαζε παράταιρο δίπλα στο πεντάφωτο μπρούτζινο κηροπήγιο που δέσποζε στο κέντρο της ροτόντας. Είχα βάλει σκοπό της ζωής μου, κάποια στιγμή, την μικρή μου μπαλαρίνα, να την ελευθερώσω από τον τερατώδη γείτονά της. 

Δεν τα κατάφερα. Όχι τουλάχιστον όπως θα ήθελα. Μια αδέξια κίνηση, δεν θυμάμαι πια, ποιος και τι, έσπασε το γυάλινό της θόλο. Το ρολόι συνέχιζε να δουλεύει και η μπαλαρίνα να χορεύει, όμως τώρα μετακόμισε στο δωμάτιο μου και στόλιζε την βιβλιοθήκη μου, παρέα με τον Ανθρωπο στο Ψηλό Κάστρο και την Πορφυρή Δούλη, δίπλα στο Τορπέντο και τον Κόρτο Μαλτέζ.

Χρόνια μετά μετακόμισε μαζί μου στο νέο μου σπίτι, όπου και την ανακάλυψε ο γιός μου, μωρό ακόμα, με την πιπίλα του να κουνιέται στο ρυθμό της μουσικής και τα μάτια του να ακολουθούν της κινήσεις της μπαλαρίνας. Εγινε δικός της πια. Ξεχωριστό παιχνίδι του. Και σαν τέτοιο είχε τη μοίρα που έχουν συνήθως αυτά τα παιχνίδια. Το ρολόι χάθηκε και η μπαλαρίνα δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Η χρυσή πίστα ξεθώριασε και το μουσικό κουτί σταμάτησε να παίζει. Η πρώην ήθελε να το πετάξει μαζί με άλλα, άχρηστα πια, παιχνίδια του μικρού. 

Την κράτησα και προσπάθησα αρκετές φορές από τότε να ξανακούσω το βαλσάκι. Δεν τα είχα καταφέρει. Η μπαλαρίνα γυρτή πια στεκόταν στο κομοδίνο μου, απομεινάρι της εποχής της αθωότητας. Μέχρι χθες.

Ξημερώματα Χριστουγέννων, ζαλισμένος ακόμα από το αλκοόλ της προηγούμενης νύχτας, προσπάθησα να ανάψω το πορτατίφ. Τα δάκτυλά μου έσπρωξα την μπαλαρίνα και σαν από θαύμα, ξεχύθηκε στο σκοτεινό δωμάτιο εκείνη η εξαίσια μουσική των παιδικών μου χρόνων. Και μαζί ξεχύθηκαν οι αναμνήσεις και ξαναείδα τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου αγκαλιά με την μάνα μου, νέους ωραίους, να χορεύουν αγκαλιά, στο μωσαϊκό του σαλονιού μας.

Για μια μοναδική στιγμή η μπαλαρίνα είχε πάλι τον γυάλινο θόλο της και τα χρυσά αστέρια στο φόρεμά της άστραφταν, καθώς χόρευε ξανά. Και τα δάκρυα που κύλησαν από τα μάτια μου, πιστέψτε με, ήταν δάκρυα χαράς.

Monday, October 15, 2012

ΝΤΥΜΕΝΗ ΜΑΥΡΟ ΒΙΝΥΛΙΟ



Για να την συναντήσω έπρεπε να κατεβώ στο κέντρο, μια εποχή που αυτό έμοιαζε σαν μια μικρή εκδρομή. Επρεπε να στριμωχτώ σε ένα ματρακά που κατ΄ ευφημισμό το ονόμαζαν λεωφορείο και μετά από σχεδόν μια ώρα να φτάσω Ομόνοια. 

Επρεπε να είχα κάνει αιματηρές οικονομίες στο χαρτζιλίκι μου για να μπορέσω να έχω τα χρήματα που απαιτούσε. Και ήταν ακριβή, τότε πολύ ακριβή. Ετσι λοιπόν αυτό το ταξιδάκι μπορούσα να το κάνω, το πολύ μια φορά το μήνα. Το δράμα ήταν όταν άκουγα νέα της, λίγο μετά αφου είχα καταθέσει τον οβολό μου σ’ ένα από τους Ναούς της.

Τα μέρη που σύχναζε ήταν συγκεκριμένα. Το υπόγειο στη γωνία Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους, ψηλά στη Σκουφά ή στην αρχή της Σόλωνος. Υπήρχαν και οι ώριμες και μεταχειρισμένες στη στοά στο Μοναστηράκι αλλά όπως και να το κάνεις η νέα έχει ένα μυστήριο που σε προκαλεί να ανακαλύψεις.

Με τους ιδιοκτήτες είχαμε γίνει φίλοι πια. Επρεπε να εξετάσω εξονυχίστηκα το νέο εμπόρευμα, να τους ζητήσω πληροφορίες  και υλικό, για να σιγουρευτώ ότι δεν θα απογοητευτώ μαζί της όταν θα αρχίσει να μου δείχνει τα κάλλη της. Κάποιες φορές μάλιστα, έδειχναν κατανόηση αν μου έλειπαν κάτι λίγα ψιλά, γιατί ήταν συνηθισμένο να υπερβαίνω τον προϋπολογισμό μου, άσε που κάθε τρεις και λίγο ανέβαιναν οι τιμές.

Η βόλτα δεν τελείωνε εκεί. Παρέα πια , έπρεπε να περάσω και από την Πρωτοπορία, για τα το καινούργιο Παραπέντε και για κανένα βιβλίο. Και μετά για καφέ στη πλατεία στα Εξάρχεια, όπου άρχιζε και η πρώτη γνωριμία, για να σπάσει ο πάγος. 

Η πρώτη επαφή μαζί της ήταν αγχωτική και ανυπόμονη, σχεδόν άτσαλη. Στα όρθια. Επρεπε να σιγουρευτώ ότι δεν πήγαν χαμένα χρόνος και χρήμα. Μετά ερχόταν η πραγματική απόλαυση. Με τα φώτα χαμηλά κι ένα ποτήρι ουίσκι άφηνα το μπράτσο να κατέβει απαλά και το ακροδάχτυλο να διατρέξει κάθε σπιθαμή και κάθε καμπύλη του κορμιού της που ήταν ντυμένο με μαύρο βινύλιο. Κι αυτή με αντάμειβε με ήχους και λόγια εξαίσια. Γεμιζα κασσέτες και τις δώριζα, δώρα καρδιάς, για φίλους και αγαπημένες και λέγανε λόγια που δεν μπορούσα να πω, ιδέες που ήταν και δικές μου και αισθήματα που δυσκολευόμουν να εκδηλώσω.

Και κάποτε η Μουσική άλλαξε ένδυμα, κυκλοφόρησε σε λαμέ δισκάκια. Τα εξώφυλλα, έργα τέχνης κάποτε, συρρικνώθηκαν, ώσπου χάθηκαν και τώρα κυκλοφορεί δωρεάν στο διαδίκτυο, ελεύθερη. Αμέτρητες μουσικές γεμίζουν  gigabytes σε μικροσκοπικές συσκευές. Σε ποιότητα που τότε έπρεπε να διαθέτης επαγγελματικό στούντιο για να την γευτείς. Hi Fidelity. 

Κι όμως ακόμα κάποιες βραδιές γεμίζω το ποτήρι, ξαπλώνω στη πολυθρόνα, με τα τερατώδη ακουστικά στα αυτιά και αφήνω το μπράτσο του Technics να διατρέξει για μια ακόμα φορά ένα βινύλιο, για να ακούσω θεικές μουσικές παρέα με αυτό το χρατς που υπάρχει πια στα καινούργια τραγούδια μόνο σαν εφέ

Saturday, September 08, 2012

ΦΡΑΠΕΔΟΜΑΧΗΤΗΣ

Μελαψός, κοντοπόδαρος, αθλητικό κορμί της κατηγορίας «τράβα τα βυζιά σου να δείξεις μπράτσα». Στρατιωτικό άρβυλο, παντελόνι παραλλαγής, μαύρο στενό μπλουζάκι που το άλλαζε μόνο Σαββατοκύριακο με αυτό της αγαπημένης του ομάδας. Διάφανο, πλαστικό του φραπέ, του μπουγατσατζίδικου οι Μερακλήδες, με μαύρο καλαμάκι, προέκταση του δεξιού βραχίονα.

Στο σχολείο δεν πάταγε συχνά και όποτε το έκανε, ήταν για να πλακώσει τον απουσιολόγο και τα άλλα σπασικλάκια της τάξης. Είχε δύο μεγάλες αγάπες που μπορούσε να δώσει και την ζωή του γι’ αυτές. Την ομάδα και το στρατό. Οτιδήποτε άλλο ήταν άχρηστο, αν όχι άλλο ένα μέσο, χειραγώγησης των αφελών, από την Νέα Τάξη Πραγμάτων.

Και στα δύο πέτυχε, σχεδόν. Στην κερκίδα ήταν αναγνωρίσιμος, ο Κοντός με τ’ όνομα, στην πρώτη γραμμή κάθε φορά που γινόταν ντου. Αυτό του εξασφάλιζε διαρκείας, άσε που γνώρισε όλη την Ελλάδα, με τις τσάμπα εκδρομές. Είχε πάει και στο εξωτερικό. Από παντού είχε κασκόλ, τρόπαια από τις μάχες με τους οχτρούς. Αρχηγός όμως δεν έγινε ποτέ, εντολές πάντα εκτελούσε.

Ούτε καταδρομέας δεν έγινε ποτέ, έγινε όμως ΕΠΟΠ. Είχε καταφέρει μέχρι τότε, να τη γλυτώσει με λευκό μητρώο, βοήθησε και ένας φίλος, προσθέτοντας στο έντυπο, πέντε εκατοστά στο ύψος. Λαμπρό μέλλον μπροστά του, κάποτε θα γινόταν Αρχιλοχίας.

Στο στρατό έμαθε να αγαπάει την πατρίδα, σχεδόν το ίδιο με την ομάδα. Ονειρευόταν μάχες επικές, όπως αυτές που έδινε στις κερκίδες της αντίπαλης ομάδας, λίγοι εναντίον πολλών.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, πάντοτε με ανδροπαρέες, που και που κατέβαιναν στην γειτονιά με τα κόκκινα λαμπάκια αλλά και πάλι δεν πολυγούσταρε. Κάποτε είχε αναρωτηθεί γιατί αλλά γρήγορα έδιωξε την σκέψη.

Και τώρα τι; Εμαθε ότι πάνε να του κόψουν τον μισθό. Σε ποιον; Σ’ αυτόν που είναι της Ελλάδος φρουρός. Ξέρει όμως ποιοι φταίνε. Και επιτέλους, βρήκε άλλη μια ομάδα που μπορεί να προσφέρει για την πατρίδα.

Κι όταν με το καλό ξεμπερδέψουμε με όλους τους λαθραίους, θα πάρουν σειρά και κάποιοι άλλοι που έχει στο μυαλό του. Και είναι σίγουρος ότι η προσφορά του, αυτή τη φορά, θα αναγνωριστεί και που ξέρεις, ίσως, κάποια στιγμή γίνει κι αυτός βουλευτής.

Και τότε σίγουρα θα ζούμε στη Βαϊμάρη.

Sunday, September 02, 2012

ΦΡΑΠΕΔΟΠΑΤΡΙΩΤΗΣ

Μελαψός, κοντοπόδαρος, αθλητική μπάκα που μετά βίας έκρυβε το άσπρο φανελάκι και το μπλε σορτσάκι. Απαραίτητο παντοφλέ πέδιλο, με μαύρη κάλτσα. Φλούο πράσινο, πλαστικό, σέικερ του φραπέ, με μωβ σπαστό καλαμάκι, προέκταση του δεξιού βραχίονα.

Στο σχολείο δεν καταλάβαινε πολλά, αλλά φταίνε οι Μαρξιστές καθηγητές που είχε. Βέβαια ούτε τον Μαρξισμό κατάλαβε αλλά ούτε γι’ αυτό, δεν φταίει ο ίδιος. Αυτό δεν τον εμπόδισε να βολευτεί. Σχεδόν αργόμισθος. Ας είναι καλά η οικογένεια. Αλλωστε στην μικρή κοινωνία που μεγάλωσε, όλοι μια οικογένεια είναι. Ανακάλυψε το ίντερνετ και τα επιστημονικά πατριωτικά μπλογκς και έπαθε ξερολίαση. Εμαθε σπουδαίες λέξεις και φράσεις (εκολάπτες, κρέμονται στα λεγόμενα) και έπαιζε τα πάντα στα δάκτυλα. Από το Κοράνι μέχρι την διεθνή συνωμοσία του Σόρος.

Παντρεύτηκε νωρίς, όχι καμιά Δανάη ή Νανά που δεν του έδιναν σημασία, μια και ήταν λεσβίες αλλά την Πόπη, σαν την γιαγιά της, την Καλλιόπη, παρθένα, μάνα κλώσα (Γιαννάααααακηηηηη μη πας στα βαθειά και έλα να φας τον κεφτέ σου) που του θύμιζε την μάνα του.

Ηρθε στη μεγάλη πόλη που ποτέ δεν αγάπησε, γι’ αυτό και βρώμιζε. Ξεριζωμένος από τον τόπο του, εσωτερικός μετανάστης, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Με τους γείτονες, σχέσεις τυπικές έως ανύπαρκτες, δεν μιλούν την ίδια «γλώσσα». Κάθε καλοκαίρι ένιωθε βασιλιάς όταν γύριζε στο τόπο του, προσκυνητής στο τοπικό πανηγύρι, με τα σουβλάκια στη λαδόκολλα και κλαρίνο, με το φοβερό έκο που δεκαπλασίαζε η ραχούλα, τηρώντας τις πανάρχαιες παραδόσεις.

Κι όλο αυτό πάει να καταρρεύσει. Τώρα που σχεδόν τελείωσε το αυθαίρετο στα καμένα, με τους κόπους και τις μικροκομπίνες μιας ζωής. Τώρα που το καμάρι του πέρασε στην Ζαμπονοκοπτική Κοζάνης.

Ποιος φταίει που φτάσαμε μέχρι εδώ;

Ποτέ δεν ήταν άνθρωπός των Ακρων. Κεντρώος μια ζωή που σαν το εκκρεμές πήγαινε μια λίγο Δεξιά, λίγο Αριστερά, ανάλογα τις υποσχέσεις. Τι ιδεολογίες και κουραφέξαλα; Δεν υπάρχουν αυτά. Το μόνο που υπάρχει είναι το Εθνος. Εθνος ανάδελφο που οι εχθροί βυσσοδομούν να το εξαφανίσουν. Αλλά, με την βοήθεια της Παναγίας, θα νικήσουμε γιατί είμαστε Ελληνες.

Ποιος είπε ότι ζούμε στην Βαϊμάρη?

Thursday, August 16, 2012

ΟΛΟ ΟΥΖΟ ΟΥΖΟ ΟΥΖΟ

Όταν ήμουν μικρός, ένα από τα πράγματα που με μάγευε ήταν που οι μεγάλοι έριχναν λίγο νερό στο ποτήρι του ούζου κι αυτό από διάφανο, γινόταν γαλακτώδες. Αυτό και οι μεζέδες. Γέμιζε το τραπέζι, με κάθε είδους μικρά πιάτα που είχαν ταπεινό περιεχόμενο (τυρί ελιές ντομάτα πιπεριές τουρσί) αλλά και περίεργα καφτερά του διαβόλου (παστουρμά πικάντικα λουκάνικα, μύδια σαγανάκι και αλοιφές πολύχρωμες). Το μόνο που μπορούσα τότε, ήταν να τσιμπολογάω από τους μεζέδες. Επρεπε να μεγαλώσω αρκετά, για να μου επιτραπεί να πίνω μια γουλιά, αντί να βρέχω την άκρη της γλώσσας μου.

Την εκδίκηση μου την πήρα, φοιτητής στην Πάτρα. Στα προσφυγικά, την πιο ιδιαίτερη συνοικία της Πάτρας, υπήρχε ένα σπίτι που οι ιδιοκτήτες του το είχαν μετατρέψει σε ουζερί. Εκεί μυήθηκα πραγματικά στο ούζο. Εκεί ανακάλυψα την δύναμη του, να ελευθερώνει το μυαλό και την γλώσσα, κάνοντας σε ικανό να λύνεις με την παρέα, όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά ζητήματα. Εκεί, τυλιγμένοι στους καπνούς των τσιγάρων και στις αναθυμιάσεις του οινοπνεύματος, η πολιτική γινόταν παιχνιδάκι. Μπορούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο.

Φημισμένο φοιτητικό στέκι εκείνη την εποχή, είχε μια ιδιαιτερότητα. Το μόνο ξεχωριστό πιάτο που σέρβιρε ήταν μια απίθανη ομελέτα, πάχους 5 εκατοστών, γεμισμένη με πατάτες και λουκάνικα. Ούζο είχε μόνο χύμα, σε κάτι καραφάκια που χρόνια μετά, γίνανε μοδάτα διακοσμητικά βαζάκια. Για κάθε καραφάκι που ζητούσες σου έφερνε ένα μεζέ, διαφορετικό κάθε φορά. Ο σκληρός πυρήνας της παρέας, βετεράνοι πια, αποφασίσαμε να κάνουμε το υπέρτατο πείραμα. Θα παραγγέλναμε τόσα καραφάκια, μέχρι να μας έφερνε τον ίδιο μεζέ, με κάποιο προηγούμενο. Μέχρι το δωδέκατο, δεν το είχε κάνει, μετά χασαμε το μέτρημα και την επαφή.

 Αυτό ήταν το πρώτο μου πραγματικό μεθύσι. Το δεύτερο έγινε στην αποφοίτηση, στο ίδιο μέρος, σε ένα τραπέζι εικοσιπέντε ατόμων. Τότε που δόθηκε η τελευταία ευκαιρία σε ανομολόγητους έρωτες να εκδηλωθούν και να ζήσουν μερικές ημέρες. Ακόμα μου λείπουν οι λεπτομέρειες για το πώς βρέθηκα στο κρεβάτι της Φανής.

Από τότε το ουζάκι είναι σύντροφος παντού. Γιατί εκτός από τον μεζέ, την παρέα και την κουβέντα, το ούζο το συνοδεύουν και οι εικόνες. Τα χταπόδια που λιάζονταν κρεμασμένα με φόντο την θάλασσα, στη Πλάκα της Νάξου. Τις Γούνες στα κάρβουνα στο λιμανάκι της Αντιπάρου. Ο Μόλυβος φωτισμένος στα πόδια σου κάτω από το κάστρο. Το ουζάδικο του Ξηντάρη  στη κορυφή του βράχου της Σκοπέλου. Η Ρωμαϊκή Αγορά λουσμένη στο Αττικό φως, από τους Διόσκουρους. Και φυσικά ο κυρ Ηλίας στο πλάι του Πεδίου.

Το ούζο είναι κομμάτι της ψυχής μας. Εκείνο το ρέμπελο, το ελεύθερο κομμάτι που μοιραζόμαστε με την παρέα. Είναι κομμάτι του ελληνικού καλοκαιριού, συνυφασμένο με το άσπρο των σπιτιών που αντανακλά το φως του ήλιου και το γαλάζιο της θάλασσας. Με την αλμύρα και τις γεύσεις που δίνει αυτή η γη. Και το άρωμα του γλυκάνισου. Αντε στη υγεία μας.

Sunday, August 12, 2012

Ο ΜΠΟΓΟΣ


Πάντα του άρεσε να ταξιδεύει με το τρένο. Όταν λοιπόν κατέβαινε στο χωριό για να δει τους δικούς του, γύριζε με το τρένο. Ειδικά τώρα που η βενζίνη είχε φτάσει στα ύψη, χώρια τα διόδια. Είχε βέβαια να κουβαλάει το μπόγο με τα φιλέματα αλλά «τι να κάνεις εκεί μας έφτασαν οι προδότες πολιτικοί» σκεφτόταν. 

Το μεγάλο πρόβλημα δεν ήταν, όμως ο μπόγος που κουβάλαγε. Το πρόβλημα ήταν, όλες αυτές οι μαυριδερές κατσαρίδες που ταξίδευαν μαζί του. Αυτοί οι λαθραίοι που κατέβαιναν από τον Εβρο με τους ίδιους μπόγους σαν τον δικό του. Παράσιτα που ήταν υπεύθυνα, για όλα τα δεινά των καιρών μας. Βίαζαν έκλεβαν σκότωναν, πούλαγαν ναρκωτικά. 

Δεν ήταν ρατσιστής, άλλωστε στο χωριό είχαν κάτι Πακιστανούς, χρόνια τώρα που δούλευαν στα χωράφια και πρόσεχαν τους γέρους. Ποιος άλλος θα το έκανε, όταν όλοι οι νέοι είχαν μετακομίσει στις πόλεις, διορισμένοι οι περισσότεροι, σαν τον ίδιο, στο Δημόσιο; 

Ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. Επρεπε ο Ξένιος Δίας να είχε μπει σε εφαρμογή, χρόνια τώρα. Και δεν καταλάβαινε γιατί κάποιοι αντιδρούσαν. Όπως τότε, Σταδίου και Κολοκοτρώνη. Μια ομάδα ΔΙΑΣ κυνηγούσε ένα μαυριδερό, με καμιά εικοσαριά μαϊμούδες τσάντες περασμένες στα μπράτσα. Η μηχανή είχε ανέβει το πεζοδρόμιο και όταν τον πλησίασε, αυτός που καθόταν πίσω από τον οδηγό, άπλωσε το πόδι. Τον βρήκε λίγο πιο κάτω από την μέση. Ο μαύρος έπεσε θεαματικά στις πλάκες. Το πρόσωπό του γέμισε αίματα. Οι τσάντες σκορπίστηκαν στο πεζοδρόμιο.
Γέλασε και ήταν έτοιμος να χειροκροτήσει και να δώσει συγχαρητήρια στα παλληκάρια. Ομως συνειδητοποίησε ότι οι περαστικοί που μαζεύτηκαν αμέσως, δεν είχαν την ίδια διάθεση. Ταυτόχρονα, έφτασαν στο σημείο άλλες τρεις μηχανές και οι αναβάτες σχημάτισαν κλοιό γύρω από τον μαύρο που ήταν σωριασμένος κάτω και δεν κουνιόταν. Δεν άφηναν κανέναν να πλησιάσει, να του δώσει λίγο νερό. Κάποιος σήκωσε το κινητό να τραβήξει φωτογραφίες. Τον απείλησαν με σύλληψη. Στις εκλύσεις για να καλέσουν ασθενοφόρο, απαντούσαν ότι ο μαύρος κάνει θέατρο, απλώς άνοιξε η μύτη του. Οταν άρχισαν σχεδόν όλοι να φωνάζουν και να διαμαρτύρονται, εδέησαν να αφήσουν μια κοπέλα να του δώσει λίγο νερό και να τον βοηθήσει  να ανασηκωθεί.  Πραγματικά δεν τους καταλάβαινε όλους αυτούς, μα δεν αγαπούσαν την πατρίδα; Αχάριστοι.

Βυθισμένος σ’ αυτές τις σκέψεις, ούτε κατάλαβε πως έφτασαν στον σταθμό Λαρίσης. Κατέβηκε φορτωμένος τον μπόγο και κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινουπόλεως, όπου είχε αφήσει το αυτοκίνητο. Γύρω του οι μαυριδερές κατσαρίδες σχεδόν έτρεχαν. Δεν κατάλαβε γιατί. Σήκωσε το χέρι και χαιρέτησε τα μαύρα t-shirt με τα χρυσά γράμματα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Δευτερόλεπτα πριν νιώσει το άρβυλο λίγο κάτω από την μέση του και σωριαστεί με τη μούρη στο πεζοδρόμιο, άκουσε μια καμπάνα να κτυπά.
Ο μπόγος φταίει γαμώτο και οι πολλές ώρες ξάπλα στον ήλιο, σκέφτηκε

Saturday, July 28, 2012

ΛΟΝΔΙΝΟ ΤΕΛΕΤΗ ΕΝΑΡΞΗΣ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Όταν σχεδίαζε την τελετή έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου ο Danny Boyle,πρέπει να του είχε καρφωθεί στο μυαλό το Common People των Pulp. Oπως ο Jarvis που αποφασίζει να λύσει την απορία της κόρης του Ελληνα εφοπλιστή για το πώς ζουν οι απλοί άνθρωποι, έτσι και ο Boyle αφηγείται όχι το έπος της Βρετανικής αυτοκρατορίας, όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ αλλά την Ιστορία των κατοίκων της, τους τελευταίους δύο αιώνες. Η έναρξη φαίνεται να μην είναι και τόσο εντυπωσιακή αλλά κοινότυπη όπως ακριβώς οι ζωές αυτών των απλών ανθρώπων, γιατί επιλέγει αυτό, αντί για Exacalibur, Braveheart και Παγκοσμίους Πολέμους.

Από την αγροτική ζωή. στην Βιομηχανική Επανάσταση. Από την καλλιέργεια της γης  και την κτηνοτροφία, στις ατμομηχανές και τα τεράστιες εργοστασιακές καμινάδες, η ζωή αλλάζει μαζί με το περιβάλλον. Κάποια στιγμή ο ουρανός πάνω από το στάδιο μαυρίζει όπως ακριβώς ο ουρανός πάνω από το Λονδίνο στις αρχές του περασμένου αιώνα. Και λόγω αυτής της μετάβασης, εμφανίζονται τα διάφορα Κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα. Οι Σουφραζέτες και τα Εργατικά Συνδικάτα.

Και μετά αρχίζουν να παρελαύνουν οι λαϊκοί  Ήρωες, από την λογοτεχνία πρώτα. Τις πρώτες γραμμές του Neverland τις διαβάζει η J. K. Rowling, συγγραφέας του Harry Potter. Η Mary Poppins  ηρωίδα μια σειράς παιδικών βιβλίων. Και φυσικά ο James Bond, ο μυστικός πράκτορας στην υπηρεσία της αυτού εξοχότητας της Βασίλισσας, κεντρικό πρόσωπο στα βιβλία του Ian Fleming. Μια Βασίλισσα, λαϊκή ήρωας κι αυτή που δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί πηδώντας με αλεξίπτωτο από το ελικόπτερο μέσα σε αποθέωση. Όπως και ο Churchill, μοναδική αναφορά στο πόλεμο κατά του Ναζισμού, που ζωντανεύει για να χαιρετήσει το Βασιλικό ελικόπτερο.

Τέλος ο Mr Bean (Rowan Atkison) κλασσικός εκπρόσωπος του φλεγματικού Αγγλικού χιούμορ, σατιρίζει το Charriots of fire μια βραβευμένη με Οσκαρ «Ολυμπιακή» ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Θα προτιμούσα τους Monty Paython σε αυτό το ρόλο αλλά εντάξει ήταν πολύ σουρεαλ ακόμα και για τον Boyle.
O Boyle εκθειάζει κι ένα ακόμα επίτευγμα των απλών ανθρώπων. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, κάτι όχι πρωτοφανές για όσους γνωρίζουν, λίγο πριν απογειώσει το πάρτι.
Το Σαββατόβραδο, από την δεκαετία του 60, η νεολαία διασκεδάζει, χορεύει, ερωτεύεται στα club με την λαϊκή (Pop) μουσική (and dance and drink and screw, because there's nothing else to do..  τραγουδάει ο Jarvis κυνικά) 
 Πασίγνωστα συγκροτήματα σε όλο τον κόσμο, με μέλη συνήθως γόνους της εργατικής τάξης (Well, what can a poor boy do, except to sing for a rock n roll band) ακούγονται στο στάδιο. Οι Beatles και οι Stones, οι Who (Why don't you all ffff(uck off?)-fade away (Talkin' 'bout my generation) και οι Kinks, ο Bowie και ο Clapton, οι Queen, oi Madness, οι Jam (Well let the boys all sing and the boys all shout for tomorrow) και οι Sex Pistols (κρίμα που δεν τόλμησε να παίξει το God saves the Queen αλλά κι έτσι καλά ήταν) μέχρι τους Kasabian, (Clash δεν είχε ή δεν πρόσεξα;), αυτή η μουσική είναι το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της Βρετανίας, προϊόν πολιτισμού.

Μη ψάχνεται να κάνετε συγκρίσεις με τις τελετές του Πεκίνου ή της Αθήνας. Διαφορετικές Ιστορίες, διαφορετικές ιδέες, διαφορετικές αντιλήψεις για το θέμα. Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι τρεις τελετές, φέρνουν την υπογραφή μεγάλων δημιουργών, με άποψη. Και ο Boyle το απόδειξε χθες ότι είναι ένας τέτοιος, καταφέρνοντας ένα απλό πράγμα. Να φτιάξει μια τελετή έναρξης Ολυμπιακών αγώνων που εντυπωσίασε όχι με τα εφε αλλά με το συναίσθημα καταφέρνοντας να είναι αυτός που γνωρίσαμε από την πρώτη του ταινία το Trainspotting (μεταφορά νουβέλας του Irvine Welsh ενός σύγχρονου Αγγλου συγγραφέα κι αυτή). 

Well done my friend που λέτε κι εσείς τα Αγγλάκια.